καρκαίρω,
A. quake, of the earth, κάρκαιρε δὲ γαῖα πόδεσσιν ὀρνυμένων
Il. 20.157
.
II. ἐκάρκαιρεν: ἐπλήθυεν, andἐκάρκαιρον: ψόφον τινὰ ἀπετέλουν, Hsch.
quake
καρκαίρω,
A. quake, of the earth, κάρκαιρε δὲ γαῖα πόδεσσιν ὀρνυμένων
Il. 20.157
.
II. ἐκάρκαιρεν: ἐπλήθυεν, andἐκάρκαιρον: ψόφον τινὰ ἀπετέλουν, Hsch.