καρπέω,inf. καρπεῖν: πληώττειν, Hsch.
κάρπη: τὰ σπέρματα: καὶ τήγανα ὀβελίσκους ἔχοντα, Id.κάρπημα,ατος,τό,
A.
gloss on καρπαλίον , Id.
καρπέω , inf. καρπεῖν: πληώττειν , Hsch. κάρπη: τὰ σπέρματα: καὶ τήγανα ὀβελίσκους ἔχοντα , Id. κάρπημα , ατος , τό , gloss on καρπαλίον , Id.
καρπέω,inf. καρπεῖν: πληώττειν, Hsch.
κάρπη: τὰ σπέρματα: καὶ τήγανα ὀβελίσκους ἔχοντα, Id.κάρπημα,ατος,τό,
A.
gloss on καρπαλίον , Id.