καρταίπους,ὁ,ἡ,πουν,τό, gen.ποδος,
A.
= κραταίπους (q. v.), Pi. O. 13.81 : neut. pl.,καρταίποδα,τά,larger cattle, beasts,
Leg.Gort. 4.36 , al.: sg.,καρταῖπος,τό, GDI 4998i 17 (Gortyn), al.
larger cattle, beasts,
καρταίπους,ὁ,ἡ,πουν,τό, gen.ποδος,
A.
= κραταίπους (q. v.), Pi. O. 13.81 : neut. pl.,καρταίποδα,τά,larger cattle, beasts,
Leg.Gort. 4.36 , al.: sg.,καρταῖπος,τό, GDI 4998i 17 (Gortyn), al.