Καρχηδών,όνος,ἡ,Carthage, Hdt. 3.19 , S. Fr. 602 :—Adj. Καρχηδόνιος,α,ον,Carthaginian, Hdt. l.c., etc.;Καρχηδονιακός,ή,όν
A.
, κόλπος
Str. 17.3.13
.
Καρχηδών , όνος , ἡ , Carthage , Hdt. 3.19 , S. Fr. 602 :— Adj. Καρχηδόνιος , α , ον , Carthaginian , Hdt. l.c., etc.; Καρχηδονιακός , ή , όν , κόλπος Str. 17.3.13 .
Καρχηδών,όνος,ἡ,Carthage, Hdt. 3.19 , S. Fr. 602 :—Adj. Καρχηδόνιος,α,ον,Carthaginian, Hdt. l.c., etc.;Καρχηδονιακός,ή,όν
A.
, κόλπος
Str. 17.3.13
.