κασκαλίζεται: γαγγαλίζεται, Hsch.
κάσκανα,τά, (
A.
κάς
1
) = κασσύματα , Id.κασκάνδιξ: ἡ γηθυλλίς, Id. (Redupl. and dissim. fromσκάνδιξ.)
κασκαλίζεται: γαγγαλίζεται , Hsch. κάσκανα , τά , ( κάς 1 ) = κασσύματα , Id. κασκάνδιξ: ἡ γηθυλλίς , Id. (Redupl. and dissim. from σκάνδιξ. )
κασκαλίζεται: γαγγαλίζεται, Hsch.
κάσκανα,τά, (
A.
κάς
1
) = κασσύματα , Id.κασκάνδιξ: ἡ γηθυλλίς, Id. (Redupl. and dissim. fromσκάνδιξ.)