LSJκασσῐτεροποιόςGlossκασσῐτεροποιός , ὁ , = κασσιτερουργός , Ptol. Tetr. 180 .κασσῐτεροποιός,ὁ,A.= κασσιτερουργός , Ptol. Tetr. 180 .ReferencesPtol. Tetr. 180