LSJκατα-βάσιοςGlossκατα-βάσιος [βᾰ] , ον , = καταιβάσιος, πῦρ LXX Wi. 10.6 .κατα-βάσιος [βᾰ],ον,A.= καταιβάσιος, πῦρLXX Wi. 10.6 .ReferencesLXX Wi. 10.6