καταβῐβ-άζω, causal ofκαταβαίνω,
A. make to go down, bring down, τινὰ ἀπὸ τῆς πυρῆς
Hdt. 1.87
, cf. 86 ; τοὺς ἐκ τοῦ καταστρώματος ἐς κοίλην νέα
Id. 8.119
; στρατιώτας . . εἰς τὴν Χώραν τῶν Φρυγῶν
Hell.Oxy. 16.3
; τὴν πόλιν πρὸς τὴν θάλασσαν
Plu. Them. 4
;bring from town to country, Id. Cam. 10 ; down into a mine, Th. 7.86 , Plu. 2.262d : metaph.,bring down, lower, κ. σεαυτὸν ἀπὸ αὐχημάτων εἰς τὸ δημοτικώτερον
D.H. 7.45
:— Pass. , κωμῳδία -βιβασθεῖσα εἰς τὸ λογοειδές
Str. 1.2.6
.
2. force to come down, εἰς τὸ ὁμαλὸν τὸ στρατόπεδον