καταβῐ-όω,aor.
A.
κατεβίων
Pl. Prt. 355a
, later κατεβίωσα
Plb. 12.28.6
, Plu. Dem. 24 :—pass one's life, τὸ ἡδέως καταβιῶναι τὸν βίον
Pl.
l. c., cf. R. 578c , Ph. 1.627 : c.part.,κ. ξενιτεύων, σοφιστεύων, Plb.l.c., Plu. l.c.; κ. διώξαντες ἕτερον ἢ καὶ φυγόντες ὑφ' ἑτέρου
Phld. Rh. 2.166
S. ; κ. γεωργοῦντες
Str. 13.4.10
.
2. bring one's life to an end, die, λέγεται ἄρτιος καταβιῶναι καὶ τὰς αἰσθήσεις ἡβῶν
Philostr. VS 1.9.3
.