καταβροντάω,fut. -ήσομαι,
A. to thunder down, τοὺς ῥήτορας
Longin. 34.4
; καταστράψουσι καὶ -ήσονται
Them. Or. 27.337d
; κατέσεισεν ἅπαντα καὶ κατεβρόντησεν
Eun. Hist. p.256
D.
to thunder down
καταβροντάω,fut. -ήσομαι,
A. to thunder down, τοὺς ῥήτορας
Longin. 34.4
; καταστράψουσι καὶ -ήσονται
Them. Or. 27.337d
; κατέσεισεν ἅπαντα καὶ κατεβρόντησεν
Eun. Hist. p.256
D.