LSJἀμνοφόροςGlossἀμνοφόρος , ον , f.l. for μαννοφόρος , Theoc. 11.41 .ἀμνοφόρος,ον,A.f.l. for μαννοφόρος , Theoc. 11.41 .ReferencesTheoc. 11.41