κατάγελως,ωτος,ὁ,
A. derision,τί δῆτ' ἐμαυτῆς καταγέλωτ' ἔχω τάδε; these ornamentswhich bring ridiculeupon me? A. Ag. 1264 , cf. Ar. Ach. 76 ; -γέλωτος ἄξιος
X. Oec. 13.5
;κ. πλατύςsheermockery, Ar. Ach. 1126 ; κατάγελων . . φίλοις παρασχεθεῖν
Id. Eq. 319
; διπλοῦν προσλήψῃ -γέλωτα
Epict. Ench. 22
;κ. τῆς πράξεως the crowning absurdityof the matter, Pl. Cri. 45e ; κατάγελων ἡγούμην πάντα
Philostr. VA 7.23
.
2. of persons,laughing-stock, οὗτος κ. νομίζεται
Men. 160.4
.