καταδάπτω,
A. devour, μή με ἔα . . κύνας καταδάψαι Ἀχαιῶν
Il. 22.339
; κύνες τε καὶ οἰωνοὶ κατέδαψαν
Od. 3.259
; of fire,consume, Q.S. 1.2 . Rev.Phil. 46.129 (Isaura): metaph.,καταδάπτετ' ἀκούοντος φίλον ἦτορ, like δαίεται ἦτορ , Od. 16.92 .
devour
καταδάπτω,
A. devour, μή με ἔα . . κύνας καταδάψαι Ἀχαιῶν
Il. 22.339
; κύνες τε καὶ οἰωνοὶ κατέδαψαν
Od. 3.259
; of fire,consume, Q.S. 1.2 . Rev.Phil. 46.129 (Isaura): metaph.,καταδάπτετ' ἀκούοντος φίλον ἦτορ, like δαίεται ἦτορ , Od. 16.92 .