καταδεύω,
A. wet through, κατέδευσας ἐπὶ στήθεσσι Χιτῶνα οἴνου ἀποβλύζων
Il. 9.490
; μήποτέ ς' . . νέφος ἀμφικαλύψῃ . . κατά θ' εἵματα δεύσῃ
Hes. Op. 556
;ἵν' οὔατα μὴ καταδεύῃthat [the rain]maynotwetyour ears, ib. 546 ; of a river,water, πεδίον
E. Ph. 827
(anap.).
II. metaph.,ὁ -όμενος τῇ καρδίᾳhe whose heartis easily melted, LXX Ex. 35.5 .