ἀμοιβ-ή,ἡ, (ἀμείβω)
A. requital, recompense,
Hom. only in Od. ; σοὶ δ' ἄξιόν ἐστιν ἀμοιβῆς
Od. 1.318
; ἄλλοισι δίδου χαρίεσσαν ἀ. . . ἑκατόμβης
3.58
; εὖ ἔρδοντι κακὴν ἀπέδωκας ἀ.
Thgn. 1263
, cf. E. Or. 467 ; γλυκεῖαν μόχθων ἀ.
Pi. N. 5.48
;ἀγαναῖς ἀ. τινὰ τίνεσθαιto requite himby like return,
Id. P. 2.24 ; χαρίεσσα ἀμοιϝά
GDI 3119c
(Corinth); οἵας ἀ. ἐξ Ἰάσονος κυρεῖ
E. Med. 23
; ἀμοιβαὶ τῶν θυσιῶν
Pl. Smp. 202e