κατ-ᾱδολεσχέω,
A. chatter at, weary by chattering, καταδολεσχήσει ἐπ' ἐμὲ ἡ ψυχή μου
LXX La. 3.20
;τινος
Plu. 2.22a ; ταῦτα ἴσως -ηδολέσχησά σου
Jul. Ep. 32
:pf.
-ηδολέσχηκα
Plu. 2.503b
: abs., PSI 5.495.3 :— Pass. ,pf. part.
κατηδολεσχημένος
Suid.
s.v. διατεθρυλημένος τὰ ὦτα .