καταδουλ-όω,
A. reduce to slavery, enslave, Ἀθήνας
Hdt. 6.109
; τὴν Ἑλλάδα
Id. 8.144
; Ἀθηναίοις κ. Κέρκυραν
Th. 3.70
; νῆσον βασιλεῖ
Isoc. 9.20
:— Pass. , κατεδεδούλωντο
Hdt. 5.116
; κατεδουλώθησαν
Id. 6.32
; καταδεδουλωμένος ὑπό τινος
Pl. Smp. 219e
: abs., Lys. 18.5 .
2. more freq. in Med. ,make a slave to oneself, enslave, τὴν μητρόπολιν