καταδράσσομαι,
A. lay hold of, τῆς φθοροποιοῦ δυνάμεως -δραξαμένης τῶν σωμάτων
Dsc.
Ther.Praef.; grasp, apprehend, τῆς ἀληθείας
Procl. in Prm. p.534
S. ; τῆς λέξεως τοῦ Πλάτωνος
Id. in Ti. 3.107D.
; [τοῦ ὅλως ἀγαθοῦ] Id. in Alc. p.153 C., cf. Olymp. in Alc. p.194C.