καταδρομή,ἡ,
A. inroad, raid, Th. 1.142 ;ἐνέδραι καὶ κ. Id. 5.56 ; καταδρομὰς ποιεῖσθαι
Id. 7.27
, etc.; κ. γενομένης
Lys. 20.28
; ὥσπερ κ. ἐποιήσω ἐπὶ τὸν λόγον μου
Pl. R. 472a
;charge, of troops in battle, LXX 2 Ma. 5.3 ;assault,
PRein. 18.19 (pl.,ii B.C.).
2. metaph.,attack, invective, κ. μέλλει περὶ ἐμοῦ ποιεῖσθαι
Aeschin. 1.135
, cf. D.H. Th. 3 ; κατά τινος
Plb. 12.23.1
; ἐν καταδρομῆς μέρει λέγεται περί τινος
S.E. M. 2.43
.