καταϝελμένος,
A.
v. κατειλέω .καταϝέργω, v. κατείργω .καταϝοικίδδω, v. κατοικίζω .
καταϝελμένος , v. κατειλέω . καταϝέργω , v. κατείργω . καταϝοικίδδω , v. κατοικίζω .
καταϝελμένος,
A.
v. κατειλέω .καταϝέργω, v. κατείργω .καταϝοικίδδω, v. κατοικίζω .