καταζεύγ-νῡμιandκαταζευγ-νύω,
A. yoke together, ἐν ἅρματα κ. σθένος ἵππιον
Pi. P. 2.11
:— Pass. ,δύο πλοῖα κατεζευγμένα( v.l. Χελώνας -μένας ) D.S. 20.85 : metaph.,to be united, ταῖς πρῶτον οὕτω καταζευγνυμέναις πόλεσιν
Pl. Lg. 753e
; of marriage, Ael. VH 4.1 .
2. in Pass. ,to be straitened, confined, ὑπ' ἀναγκαίης κατέζευχθε
Hdt. 8.22
; ἐν τυμβήρει θαλάμῳ κατεζεύχθη
S. Ant. 947
.
3.
Pass. , of a right angle,to be made acute, κἂν μικρῷ τινι μᾶλλον κατεζευγμένη ᾖ ἡ εὐθεῖα γωνία
Asp. in EN 19.32
.
II. intr.,fix one's quarters, halt, encamp, ταῖς δυνάμεσι