κατα-ζώννῡμι,
A. gird fast:— Med. ,gird for oneself, δορὰς ὄφεσι κατεζώσαντο
E. Ba. 698
; ἐν ἱματίοις κ. τοὺς Χιτωνίσκους
Plu. Pyrrh. 27
:— Pass. , Χιτῶνας μίτραις κατεζωσμένοι
D.H. 2.70
.
gird fast
κατα-ζώννῡμι,
A. gird fast:— Med. ,gird for oneself, δορὰς ὄφεσι κατεζώσαντο
E. Ba. 698
; ἐν ἱματίοις κ. τοὺς Χιτωνίσκους
Plu. Pyrrh. 27
:— Pass. , Χιτῶνας μίτραις κατεζωσμένοι
D.H. 2.70
.