κατ-άημι, Ep.
aor. part. καταέσσας,
A.
= κατακοιμηθείς (cf.ἄεσα), Hsch. :fut. καταήσεται: καταπνεύσει, Id.
κατ-άημι , Ep. aor. part. καταέσσας, = κατακοιμηθείς (cf. ἄεσα ), Hsch. : fut. καταήσεται: καταπνεύσει , Id.
κατ-άημι, Ep.
aor. part. καταέσσας,
A.
= κατακοιμηθείς (cf.ἄεσα), Hsch. :fut. καταήσεται: καταπνεύσει, Id.