καταθήγω,
A. sharpen, whet,ἐν βύβλοισι καταθήξετ' ὀδόντα(sc.μύες) AP 6.303 (Aristo); = παροξύνω , Hsch. : Dor.
aor. inf. κατθᾶξαι,
= παρακονῆσαι, μεθύσαι , Id.
sharpen, whet
καταθήγω,
A. sharpen, whet,ἐν βύβλοισι καταθήξετ' ὀδόντα(sc.μύες) AP 6.303 (Aristo); = παροξύνω , Hsch. : Dor.
aor. inf. κατθᾶξαι,
= παρακονῆσαι, μεθύσαι , Id.