κατα-θλίβω [ῑ],
A. press down, τοὺς δαλούς
Thphr. Ign. 23
; [τοὺς μαστούς] Sor. 1.76 ; τὸ πνεῦμα
Plu. 2.133d
; καταθλῐβεῖσα ἀναθυμίασις
Id. Aem. 14
.
press down
κατα-θλίβω [ῑ],
A. press down, τοὺς δαλούς
Thphr. Ign. 23
; [τοὺς μαστούς] Sor. 1.76 ; τὸ πνεῦμα
Plu. 2.133d
; καταθλῐβεῖσα ἀναθυμίασις
Id. Aem. 14
.