καταίθω,
A. burn down, burn to ashes,καταίθουσα . . δαλόν(Canter forκ' αἴθουσα) A. Ch. 607 (lyr.); σὺ δ' οὖν κάταιθε
E. Andr. 258
; ὕφαπτε καὶ κάταιθε
Ar. Th. 730
; πυρὶ καταίθεται τέραμνα
E. Tr. 1296
(lyr.).
2. metaph.,kindle, rouse, Lyc. 249 ; ἔρως με καταίθει
Theoc. 7.56
:— Pass. , καταίθεσθαι ἐπί τινι
Id. 2.40
:— A. Fr. 359 is corrupt.