LSJκαταϊσχαλέοςGlossκαταϊσχαλέος , α , ον , = ἰσχαλέος , dub. l. in Od. 19.233 .καταϊσχαλέος,α,ον,A.= ἰσχαλέος , dub. l. in Od. 19.233 .ReferencesOd. 19.233