κατακάλυψις [κᾰλ],εως,ἡ,
A. covering, concealment, Longin. 17.3 ;τὰ ἐν -καλύψει ἀποστήματαScrib.Larg. ap. Gal. 13.99 , Cass.Fel. 21 .
covering, concealment
κατακάλυψις [κᾰλ],εως,ἡ,
A. covering, concealment, Longin. 17.3 ;τὰ ἐν -καλύψει ἀποστήματαScrib.Larg. ap. Gal. 13.99 , Cass.Fel. 21 .