κατακλάω(B)[ᾰ],impf.
A.
κατέκλων
Il. 20.227
, Hdt. 9.62 :aor. 1
-έκλᾰσα
Pl. Phd. 117d
:— Pass. ,pf.andaor.(v. infr.):—break short, snap off,ἐπ' ἀνθερίκων καρπὸν θέον οὐδὲ κατέκλωνIl.l.c.; κατεκλάσθη δ' ἐνὶ καυλῷ ἔγχος
13.608
; τὰ δόρατα κατέκλων
Hdt.
l.c., cf. Pi. P. 5.34 ; φυτευτήρια ἐλαῶν
D. 53.15
;κατὰ δ' αὐχένα νέρθ' ἐπὶ γαίης κλάσσε boweditdown, Theoc. 25.146 ;κ. τὸν ὀφθαλμόν ogle, Phryn. PS p.79
B. ; butὄμματα κατακεκλασμέναeyeswith drooping lids, Arist. Phgn. 808a8 ; τὸ σῶμα . . -κέκλασται has been crushed,
PMasp. 77.12