ἀγκᾰλ-ίζομαι,
A. embrace,
ὅστις κακὸν ἀγκαλίζεται
Semon. 7.77
; εἰς Τρυφερὰς ἠγκαλίσασθε χέρας
AP 12.122
( Mel. ), cf. Man. 1.45 ; χεροῖν εἴδωλον ἠγκαλισμένος
Lyc. 142
:ἀγκαλιζόμενοςin pass. sense, Aesop. 366 .
embrace,
ἀγκᾰλ-ίζομαι,
A. embrace,
ὅστις κακὸν ἀγκαλίζεται
Semon. 7.77
; εἰς Τρυφερὰς ἠγκαλίσασθε χέρας
AP 12.122
( Mel. ), cf. Man. 1.45 ; χεροῖν εἴδωλον ἠγκαλισμένος
Lyc. 142
:ἀγκαλιζόμενοςin pass. sense, Aesop. 366 .