LSJἀμορβ-ίτηςGlossἀμορβ-ίτης , ὁ , Sicel for ἀμόρα, Ath. 14.646f ; cf. ἀμοργίτης.ἀμορβ-ίτης,ὁ, Sicel forἀμόρα,Ath. 14.646f ; cf.ἀμοργίτης.