LSJἀμοργίδιονGlossἀμοργίδιον , τό , Dim. of ἀμοργίς, dub. l. in Paus.Gr. Fr. 47 (leg. ἀμόργινα ).ἀμοργίδιον,τό, Dim. ofἀμοργίς,dub. l. in Paus.Gr. Fr. 47 (leg.ἀμόργινα).