κατακρεμ-άννυμι,
A. hang up, κὰδ δ' ἐκ πασσαλόφι κρέμασεν φόρμιγγα
Od. 8.67
;τὸν νέκυν κατὰ τοῦ τείχεος κ. Hdt. 2.121 . γ́; δίκτυα
Aen.Tact. 11.6
: in med. sense,κατακρεμάσασα . . τόξα having hungthe bowon herself,
h.Hom. 27.16 : Ep. Subj., ὄφρα -κρεμάῃσιν
Nic. Fr. 74.42
:— Pass. ,hang down, be suspended, Hp. Fract. 21 ; κατακεκρέμαστο στέμμα
D.S. 18.26
.