κατα-κρύπτω, Ep.
aor. part.
A.
κακκρύψας
Nic. Fr. 78.5
:aor. 2
κατέκρῠβον
Plu. Crass. 23
:— Pass. ,aor. 2 κατεκρύβην [ῠ]
Id. 2.310e , Alciphr. 3.47 :—hide, conceal, μή τι κατακρύψειν
Il. 22.120
; τοὺς δ' ἄρ' Ἀθήνη νυκτὶ κατακρύψασα . . ἐξῆγε
Od. 23.372
; κατακρύψας ὑπὸ κόπρῳ
9.329
; ὑπὸ κόλπῳ
15.469
; σπέρμα -κρύπτων