καταλεκτέονorκατ-έα,
A. one must reckon, τοῦτον ἐς τοὺς κόλλοπας
Eub. 11
.
II. καταλεκτέος,α,ον ,to be drawn up, κ. ἂν εῐη κατάλογος
Pl. Lg. 968c
.
2. to be reckoned, ἐν τῷ αὐτῷ ἀριθμῷ
Plu. Nob. 7
.
one must reckon
καταλεκτέονorκατ-έα,
A. one must reckon, τοῦτον ἐς τοὺς κόλλοπας
Eub. 11
.
II. καταλεκτέος,α,ον ,to be drawn up, κ. ἂν εῐη κατάλογος
Pl. Lg. 968c
.
2. to be reckoned, ἐν τῷ αὐτῷ ἀριθμῷ
Plu. Nob. 7
.