καταλογ-ίζομαι,
A. count up, reckon, X. An. 5.6.16 , HG 3.2.18 ;κ. εὐεργέτημα πρός τινα putitdown tohisaccount, D. 7.6 ;μηδ' ἐν ἀρετῇ τοῦθ' ὑμῶν μηδεὶς -λογιζέσθω letno oneimputeit as a virtue, Aeschin. 3.202 : c.inf., κατελογίσατο τῇ βουλῇ τὴν Ἰταλίαν ἡμερῶσαι
App. Ill. 16
.
II. count, reckon among, τοὺς ἀχαρίστους ἐν τοῖς ἀδίκοις
X. Mem. 2.2.1
:— Pass. , ἔν τισι -λογισθῆναι
LXX Is. 14.10
, Wi. 5.5 .
III. recount in order, τισὶ τὰ ἔργα τὰ ἑαυτοῦ
App. Syr. 61
, cf. Mac. 19 .