καταλωφάω, Ion.
κατα-έω,
A. rest froma thing, κὰδ δέ κ' ἐμὸν κῆρ λωφήσειε κακῶν
Od. 9.459
.
II. trans.,give rest from, κούρην δ' ἐξ ἀχέων . . καταλώφεεν ὕπνος
A.R. 3.616
.
rest from
καταλωφάω, Ion.
κατα-έω,
A. rest froma thing, κὰδ δέ κ' ἐμὸν κῆρ λωφήσειε κακῶν
Od. 9.459
.
II. trans.,give rest from, κούρην δ' ἐξ ἀχέων . . καταλώφεεν ὕπνος
A.R. 3.616
.