καταμάρπτω,
A. catch, ὥς κεν ἔμ' ἔντοσθεν πόλιος καταμάρψῃ ἐόντα
Il. 6.364
; esp.catch, overtakeone running away, ὅτε δὴ κατέμαρπτε διώκων
5.65
, cf. 16.598 , Pi. N. 3.35 ; κατὰ γαῖ' αὐτόν τέ νιν καὶ . . ἵππους ἔμαρψεν
Id. O. 6.14
; ἐπεὶ κατὰ γῆρας ἔμαρψεν
Od. 24.390
; ἄλλον δ' οὐ -έμαρψε δίκη
Thgn. 207
;κρέσσον ἔσφαλε τέχνα -μάρψας' Pi. I. 4(3).35 ; κατὰ μητέρα πότμος ἔμαρψε
IG 14.1389i17
.