καταμβλ-ύνω,
A. blunt, dull, κατημβλύνθη κέντρον
AP 5.219
( Agath. ): metaph., παριεὶς καὶ καταμβλύνων κέαρ
S. OT 688
.
blunt, dull
καταμβλ-ύνω,
A. blunt, dull, κατημβλύνθη κέντρον
AP 5.219
( Agath. ): metaph., παριεὶς καὶ καταμβλύνων κέαρ
S. OT 688
.