καταμείγνῡμιorκατ-ύω,
A. mix in, combine,καταμειγνύντας τούς τε μετοίκους κτλ. Ar. Lys. 580 ; τὴν φροντίδα καταμείξας . . εἰς τὸν ὅμοιον ἀέρα
Id. Nu. 230
; τὴν προῖκα εἰς τὴν οὐσίαν
D. 30.10
; τινὰ εἰς ὑμᾶς αὐτούς
Id. 25.63
; συμπόταις ἑαυτόν
Plu. 2.148a
;δένδρα τοῖς φυτοῖςib. 648c ; τοῖς ἀναγκαίοις ἀρετῆς τινα ζῆλον
Id. Lyc. 27
:— Pass. , [ὕδωρ] καταμεμειγμένον ἐς τὸν ἠέρα
Hp.
Aër.
8 ; τούτοις καταμεμεῖχθαι τοιαύτην δύναμιν
Arist. Spir. 485b10