κατ-ανίσταμαι,aor. κατανέστην:pf. κατανέστηκα:—
A. rise up against,τῶν πολεμίων, τῶν ἀρχόντων, Plb. 1.46.10 , 38.12.7 : abs., Id. 38.13.1 ; ἐπὶ τὴν συναγωγήν
LXX Nu. 16.3
.
rise up against
κατ-ανίσταμαι,aor. κατανέστην:pf. κατανέστηκα:—
A. rise up against,τῶν πολεμίων, τῶν ἀρχόντων, Plb. 1.46.10 , 38.12.7 : abs., Id. 38.13.1 ; ἐπὶ τὴν συναγωγήν
LXX Nu. 16.3
.