καταξαίνω,fut.
A.
-ξᾰνῶ
LXX Jd. 8.7
:—card, comb well, καταξῆναι
Pl.
Com. 245 :— Pass. , εἴρια κατεξασμένα
Hp. Ulc. 24
;πέτρα κατεξαμμένη hollowed out, D.S. 17.71 (henceκαταξάνωσιcj. Dind. Id. 1.98 ).
2. tear in pieces, rend in shreds, πλόκους κόμης
E. Ion 1267
; πολλοὺς αἱ σαὶ καταξανοῦσι . . χέρες
Lyc. 300
; σάρκας
LXX
l.c.; κεφαλήν
Plu. Agis 2