κατάορος[ἁ],ον, Dor. forκατήορος, E. Tr. 1090 (lyr., s. v.l.); cf.καταορᾷ: καταντεῖ, Hsch.
κατάορος
Gloss
κατάορος [ ἁ ], ον , Dor. for κατήορος , E. Tr. 1090 (lyr., s. v.l.); cf. καταορᾷ: καταντεῖ , Hsch.
κατάορος [ ἁ ], ον , Dor. for κατήορος , E. Tr. 1090 (lyr., s. v.l.); cf. καταορᾷ: καταντεῖ , Hsch.
κατάορος[ἁ],ον, Dor. forκατήορος, E. Tr. 1090 (lyr., s. v.l.); cf.καταορᾷ: καταντεῖ, Hsch.