καταπείρω,
A. insert, ἐμβρυουλκὸν εἰς τόπον
Sor. 2.62
; τοῖς κατὰ τοὺς βουβῶνας τὰ σκέλη
Hld. 10.32
:— Pass. , -πεπαρμένον ἐν ποδὶ σκόλοπα
Gal. Nat.Fac. 1.14
;-παρεῖσαι(aor. 2 part.)τῇ φάρυγγι ἄκανθαιPaul. Aeg. 6.32 ; of persons, -παρέντες εἰς τὴν Ἱμεραίων θηρόβοτον ἄχρι τῶν στηθῶν
Phalar. Ep. 147.4
. (καταπείραντες(-ροντεςcod.): καταδύσαντες(-δήσ-cod.), dub. in Hsch. )