καταπήγνῡμιandκαταπερι-ύω( Arist. Pol. 1324b20 ),
A. stick fastin something,plant firmly, ἔγχος μὲν κατέπηξεν ἐπὶ Χθονί
Il. 6.213
;ἐν δὲ σκόλοπας κ. 7.441 , cf. Hdt. 4.72 , Ar. Av. 360 , PPetr. 3p.121
(iii B. C.), etc.; εἰς τὴν γῆν κ. τὸν καυλόν
Arist. HA 555b20
; τὸ κέντρον ἐπὶ δένδρον
Philum. Ven. 37.1
:— Pass. , -πᾰγέντος σκόλοπος
S.E. P. 1.238
, cf. Thphr. HP 3.1.1 .
2. metaph.,fix, crystallize, τὴν Χύσιν τῆς ἀπειρίας τῷ περατοειδεῖ δεσμῷ
Dam. Pr. 57
.
II.
Pass. , withpf.andplpf.