καταπίπτω,fut. -πεσοῦμαι:aor. κατέπεσον, poet.κάππεσον(the only tense used by Hom. ), Dor.
κάπετον(q. v.), also
A.
κατέπετον
IG 4.951.80
(Epid.); late3 sg.opt. -πέσειεν
Apollod. Poliorc. 168.5
( v.l. -οιεν ):pf. -πέπτωκα:—fall, drop, καππεσέτην
Il. 5.560
; κάππεσον ἐν Λήμνῳ
1.593
; κάππεσον ἐν κονίῃσι
12.23
; πρηνὴς ἐπὶ γαίῃ κάππεσε
16.311
, 414 ; πρηνὴς ἁλὶ κάππεσε
Od. 5.374