κατα-πλάσσω, Att.
κατά-ττω,fut. -πλάσω [ᾰ],
A. plaster over, πηλῷ κατ' ὦν ἔπλασε τοὺς ὀφθαλμούς
Hdt. 2.70
, cf. Arist. HA 612a18 ; ὄξει τὰ βλέφαρα
Ar. Pl. 721
; τὰ ὦτα κηρῷ
Plu. 2.15d
:— Pass. , καταπεπλασμένη ψιμυθίῳ
Ar. Ec. 878
; κηρῷ
Arist. HA 624a13
:— Med. ,τὴν κεφαλὴν κατ' ὦν ἐπλάσατο plastered her ownhead, Hdt. 2.85 , cf. D.S. 1.72 , 91 ;τοῦτο καταπλάσσονται
πᾶν τὸ σῶμαthis theyplaster over theirwhole body, Hdt. 4.75 :— Pass. , καταπλαττομένων ἢ ἐπιπλαττομένων
Phld. Mus. p.52K.
2. Medic.,plasterorpoultice, Hp. VC 13 , al.; also,apply as a plasterorpoultice, in Pass. , Dsc. 4.87 , 88 : metaph., c. gen., θεὸς κ. τῶν ψυχῆς τραυμάτων