κατα-πλαστός,όν,
A. plastered over,φάρμακον καταπλαστόν,
= κατάπλασμα ,plaster, Ar. Pl. 717 ; opp.Χριστάandποτά,v.Sch.ad loc.
II. metaph.,affected,ἀπαμφιεῖ τὸ κ. σου ἡ μέθηyourfalse assumptions, Men. 339 ; κ. βαρύτης
Plu. 2.44a
.
plastered over
κατα-πλαστός,όν,
A. plastered over,φάρμακον καταπλαστόν,
= κατάπλασμα ,plaster, Ar. Pl. 717 ; opp.Χριστάandποτά,v.Sch.ad loc.
II. metaph.,affected,ἀπαμφιεῖ τὸ κ. σου ἡ μέθηyourfalse assumptions, Men. 339 ; κ. βαρύτης
Plu. 2.44a
.