κατα-πληκτικός,ή,όν,
A. striking, astonishing,εὐπρόσωπος καὶ κ. Macho ap. Ath. 13.578c ;εὐπρέπεια κ. Phld. Hom. p.58O. ;terrible, προσβολαί
Plb. 3.13.6
;πρόσοψις, διήγησις, κραυγή, Id. 3.114.4 , 4.28.6 , 11.16.2 ;τὰ εἰς πόλεμον κ. D.S. 2.16 ; but expressly opp.φοβερόςin Muson. Fr. 33p.122H. (nisi leg.καταλλακτικός).Adv.
-κῶς
Plb. 3.41.3
, D.S. 3.35 , etc.