καταπρο-ί̈εμαι, Med. ,
A. throw away, abandon, τοὺς καιρούς
Plb. 1.77.3
, etc.; τοὺς ἰδίους βίους
Id. 3.81.4
, cf. PRev.Laws 27.11
(iii B. C.), PTeb. 27.61
(ii B. C.); τὸ ζῆν
Phld. Mort. 5
; πολλὰ τῶν κοινῶν τοῖς κλέπτουσιν
Plu. Arist. 4
; ἀλλήλω
Procop. Arc. 1
(ἀλλήλωνcodd.):aor.
καταπροηκάμην
Poll. 8.143
.